Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Των φρονίμων τα παιδιά να κοιτάνε τη δουλειά τους

Ανοίγω τα μάτια μου. Πάντα πρώτα το δεξί μήπως έτσι αποφύγω ν ανοίξω το αριστερό – όχι δεν είναι άγγελος κυρίου όπως υποψιάζομαι αλλά το ξυπνητήρι του υπερσύγχρονου 3G XPP RS 4X4=16ης γενιάς κινητού μου. Πατάω κάποιο κουμπί – είναι η μόνη στιγμή που χαίρεσαι σε τούτον τον ντουνιά που με τον αντίχειρα σου πατάς ταυτόχρονα δεκαπέντε κουμπιά σ αυτά τα πράματα του διαβόλου που συνακολουθώντας την πορεία της ευφυΐας στον σύγχρονο κόσμο όλο και μικραίνουν με σκοπό να γίνουν μια μέρα τσιπς που κατά τον πάτερ της γειτονιάς, προσωπικό μου φίλο και εξομολόγο θα μας τα βάλουν με ένεση στο δέρμα προκειμένου να μας ελέγχουν. Σκέφτομαι ύπουλα: έχω άλλα πέντε λεπτά.. Ίσα ίσα για τη γλύκα. Παρένθεση: το να καταφέρεις να σηκωθείς νωρίς το πρωί βρίσκεται λίγο πριν τη θέωση. (Στη θέωση δεν σηκώνεσαι). Και με ευλυγισία ιπποπόταμου γυρίζω το κεφάλι μου και αλλάζω πλευρό.. Από τις λίγες αλλαγές, στις οποίες προσαρμόζομαι ταχύτατα. Για τα επόμενα πέντε λεπτά η διήγηση ωσάν ταινία του Σκορσέζε κάνει κοιλιά..

Κοιλιά

Ανοίγω τα μάτια μου σαν από έμπνευση έντρομος. Αμάν σκέφτομαι! ο θερμοσίφωνας. Σηκώνομαι - κατεβάζω το θερμοσίφωνα .. Στον ερχομό πέφτει το μάτι μου (το δεξί όπως πολύ σωστά θα ενθυμείσθε αγαπητέ) στο μεγάλο ρολόι. Το μεγάλο ρολόι είναι - επεξηγώ ευθύς - που φοράω στο χέρι μου, δώρο της μανούλας μου, όταν έκλεισα τα 9 οπότε και είχα μάθει πλέον να λέω την ώρα σκορπώντας ρίγη συγκίνησης σε συγγενείς και φίλους. Το ρολόι αυτό, και αντιπαρέρχομαι πιθανά κακεντρεχή σχόλια, πέραν της διαχρονικότητας και της τεράστιας συναισθηματικής αξίας (εξ ου και ο χαρακτηρισμός μεγάλο) είναι αδιάβροχο στα 152,67 τ. μ και φέρει χρονόμετρο, αντίστροφο και κανονικό, ενώ με το πάτημα ενός και μόνον κουμπιού αποσυντονίζεται. Συνειδητοποιώ ότι έχω αργήσει ήδη μισή ώρα. Αλαφιάζομαι. Όλη μου η ζωή περνά μπροστά απ τα μάτια μου σαν τοπ τεν του μέγκα σταρ. Ανοίγω τη ντουλάπα, ρίχνω τον καλόγερο κάτω, ντύνομαι άρον άρον, χτυπάω την πίσω δεξιά γωνία του κεφαλιού μου στο ανοιγμένο ντουλάπι, πετώ το απαιτούμενο μπινελίκι και εγκαλώ το ντουλάπι σε τάξη, φοράω κάλτσες, μια γκρι – μια καφέ (δεν είναι κάποια νέα μόδα απλά δεν μπορώ να βρω την άλλη) παπούτσια κατά προτίμηση του ίδιου ζευγαριού, αρπάζω ότι βρω μπροστά μου ..τσάντα, κλειδιά, κινητό, πιστωτικές, επιταγές, μετρητά, χαρτοφύλακας εε κατ κατ, άκυρο θα έβλεπα πάλι λεφτά στον ύπνο μου – δεν εξηγείται αλλιώς .. Πάμε πάλι. Τι έλεγα.. α ναι, αρπάζω τσάντα, κλειδιά, κινητό, γάλα (γάλα?) βγαίνω έξω, κλείνω την πόρτα, καλώ ασανσέρ, ξανανοίγω την πόρτα αφήνω το γάλα στο ψυγείο. Μου παίρνουν το ασανσέρ, χωρίς να το σκεφτώ κουτρουβαλώ τα σκαλοπάτια (όχι, δεν έπεσα), προσπαθώ να κρατήσω την ισορροπία μου ώστε να μη χρειαστεί να νιώσω το κρύο μάρμαρο της σκάλας στο μάγουλο μου και ναι ως εκ θαύματος βγαίνω από την πόρτα άθικτος. Ντριμπλάρω κάτι απειλητικούς κάδους και ξεχύνομαι στο δρόμο.

2 σχόλια:

sitofkris είπε...

i euligisia ipopotamou xaraktirizi tis diskoles proines ores,ine oreo na kiliese sto valto tou krevatiou

Μιμης Ζερβος είπε...

σ ευχαριστω για το σεφτε σιτφκρις.θα σε θυμαμαι για παντα - είσαι ο πρώτος μου